Στον «αέρα» η επέκταση του φυσικού αερίου στο Ωραιόκαστρο- Στο… περίμενε χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Στον «αέρα» παραμένει το χρονοδιάγραμμα αναφορικά με το πότε και αν τελικά θα φτάσει το φυσικό αέριο σε νοικοκυριά και καταστήματα στις περιοχές της Καλλιθέας και της Μυγδονίας του δήμου Ωραιοκάστρου. Συγκεκριμένο πλάνο δεν υπάρχει παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη συμπληρωθεί χιλιάδες αιτήσεις από κατοίκους και επιχειρηματίες οι οποίοι ανυπομονούν να απολαύσουν τα οφέλη από τη χρήση του «πράσινου» καυσίμου και μάλιστα σε μια περίοδο που οι τιμές του πετρελαίου είναι απαγορευτικές για την τσέπη τους.

Τον Δεκέμβριο, πάντως, η Εταιρία Διανομής Αερίου Θεσσαλονίκης – Θεσσαλίας ΑΕ (ΕΔΑ ΘΕΣΣ) αναμένεται να καταρτίσει το νέο πρόγραμμα ανάπτυξης και το επενδυτικό της σχέδιο. Αυτό θα περιλαμβάνει όλες τις περιοχές οι οποίες θα συνδεθούν –εντός του επόμενου έτους- με το δίκτυο του φυσικού αερίου σε ολόκληρη τη χώρα.

«Εμείς έχουμε ένα πρόγραμμα ανάπτυξης και κανείς δεν επεμβαίνει στον προγραμματισμό μας», ξεκαθαρίζει ο γενικός διευθυντής της ΕΔΑ ΘΕΣΣ, Λεωνίδας Μπακούρας. Διευκρινίζει δε πως «η εταιρία επεκτείνει το δίκτυό της σύμφωνα με τεχνικά και οικονομικά κριτήρια» υπογραμμίζοντας παράλληλα πως «εάν γινόταν η επέκταση με διαφορετικούς τρόπους από τους παραπάνω, τότε η τιμή του αερίου θα έφτανε στα ύψη».

Ο κ. Μπακούρας υποστηρίζει πως στόχος της ΕΔΑ ΘΕΣΣ είναι να παραμείνουν και το 2019 τα πιο χαμηλά τιμολόγια και να μην υπάρξει καμία επιβάρυνση στις τσέπες των χιλιάδων καταναλωτών, δίνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσφατη περίπτωση του δήμου Λαγκαδά που τροφοδοτήθηκε με συμπιεσμένο φυσικό αέριο (CNG).

«Ήταν εύκολο να πάμε στον Λαγκαδά μ’ ένα δίκτυο που θα κόστιζε από πέντε έως πεντέμισι εκατ. ευρώ. Αυτά τα πεντέμισι εκατ. ευρώ θα έπρεπε να μοιραστούν σε όλους τους καταναλωτές και να πληρώνουν το κόστος. Δηλαδή έπρεπε ν’ αυξηθούν τα τιμολόγια. Εμείς δεν θα το κάνουμε ποτέ αυτό, γιατί δεν πρέπει να επιβαρυνθούν οι καταναλωτές. Θέλουμε η τιμή του φυσικού αερίου στη Θεσσαλονίκη, τα τιμολόγια διανομής, να είναι τα πιο χαμηλά στην Ελλάδα, όπως είναι αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο γενικός διευθυντής της ΕΔΑ ΘΕΣΣ, Λ. Μπακούρας.

Αισιόδοξη η δημοτική αρχή

Ωστόσο η δημοτική αρχή, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο δήμαρχος Ωραιοκάστρου, Αστέριος Γαβότσης συνεχίζει να πιέζει την ΕΔΑ ΘΕΣΣ μέσα από συναντήσεις και επαφές προκειμένου να εξεταστεί το θέμα της ανάπτυξης του δικτύου φυσικού αερίου στις περιοχές της Μυγδονίας και της Καλλιθέας, καθώς είναι έντονο το ενδιαφέρον από την πλευρά των πολιτών και των επιχειρηματιών, σε συνδυασμό και με την περιοχή «Γαλήνη».

Μάλιστα σε αντίθεση με την ΕΔΑ ΘΕΣΣ που δεν ξεκαθαρίζει τα πράγματα, ο κ. Γαβότσης εκφράζει την αισιοδοξία του πως και ο δήμος Ωραιοκάστρου θα συμπεριλαμβάνεται μέσα στο νέο σχεδιασμό της Εταιρίας Διανομής Αερίου Θεσσαλονίκης – Θεσσαλίας ΑΕ (ΕΔΑ ΘΕΣΣ) και πως θα τροφοδοτηθεί εντός του 2019 με φυσικό αέριο.

«Υπάρχει η δέσμευση από την εταιρία πως μέσα στο 2019 θα δοθεί στη Μυγδονία και τις περιοχές της Λητής, του Δρυμού και του Μελισσοχωρίου, η δυνατότητα τροφοδότησης των εγκαταστάσεων με συμπιεσμένο φυσικό αέριο, όπως ακριβώς συνέβη και με τον Λαγκαδά. Αντίθετα, στις περιοχές της Νεοχωρούδας, του Πενταλόφου και της ευρύτερης περιοχής της Καλλιθέας θα δοθεί φυσικό αέριο με επέκταση του υφιστάμενου δικτύου του Ωραιοκάστρου», τονίζει ο κ. Γαβότσης.

Χιλιάδες αιτήσεις

Ο δήμαρχος αναφέρεται και στον μέχρι στιγμής μεγάλο αριθμό των αιτήσεων από την πλευρά των πολιτών. «Έως τώρα έχουμε 2.500 αιτήσεις από πολίτες των παραπάνω περιοχών. Αυτός είναι ένας ικανοποιητικός αριθμός για την εταιρία ώστε να μπορέσει να μας εντάξει στον επόμενο προγραμματισμό της για τη νέα χρονιά», πρόσθεσε ο Α. Γαβότσης.

Σύμφωνα με τη δημοτική αρχή, η ενδεχόμενη επέκταση του δικτύου διανομής φυσικού αερίου και σε άλλες περιοχές του δήμου Ωραιοκάστρου, εκτός από τα περιβαλλοντικά οφέλη, θα ενισχύσει και τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη στην περιοχή.

 

Υψηλό το κόστος θέρμανσης για τους κατοίκους

Αυτή τη στιγμή, το κόστος για τους κατοίκους των περιοχών της Μυγδονίας και της Καλλιθέας του δήμου Ωραιοκάστρου είναι δυσβάσταχτο κατά τους χειμερινούς μήνες, καθώς ο υδράργυρος πέφτει  αρκετούς βαθμούς χαμηλότερα σε σχέση με τη θερμοκρασία που καταγράφεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Τα νοικοκυριά στις συγκεκριμένες περιοχές καλούνται να πληρώσουν αρκετά χρήματα προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες θέρμανσης από τα μέσα του Οκτώβρη έως τις αρχές της άνοιξης. Κατά μέσο όρο, προμηθεύονται και καταναλώνουν συνδυαστικά τρεις έως τέσσερις τόνους καυσόξυλα ή πέλλετ και δύο τόνους πετρελαίου!

Τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για τις οικογένειες που έχουν μικρά παιδιά, ασθενείς ή ηλικιωμένους καθώς είναι απαραίτητη η θέρμανση καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ωρου, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει κατά πολύ το σχετικό κόστος.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της δημοτικής κοινότητας Δρυμού, Κωνσταντίνο Πατσαλά, κατά μέσο όρο ένα νοικοκυριό που έχει λέβητα πετρελαίου χρειάζεται περισσότερα από 3.000 ευρώ για πετρέλαιο για να καλυφθούν οι ανάγκες τους χειμερινούς μήνες. Επιπλέον, πολλοί διατηρούν σόμπα ή τζάκι και καίνε παράλληλα ξύλα ή πέλλετ, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει το κόστος θέρμανσης στις 4.000 ή και 5.000 ευρώ.

Όπως επισημαίνουν στον «ΠΟΛΙΤΗΣ news» παράγοντες της αγοράς υγρών καυσίμων, φέτος οι καταναλωτές θα πρέπει να βάλουν ακόμη πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη, καθώς η τιμή του πετρελαίου είναι ακόμη πιο «καυτή». Η πρεμιέρα των πωλήσεων στις 15 Οκτωβρίου ανέδειξε μια αύξηση της τάξης του 20% σε σχέση με πέρυσι με την τιμή να σπάει –σε κάποιες περιοχές της χώρας- το «φράγμα» των 1,2 -1,25 ευρώ το λίτρο (σσ. στη Θεσσαλονίκη είναι μια ανάσα κάτω από τα 1,2 ευρώ), ενώ την αντίστοιχη μέρα του 2017 ήταν στα 0,95 ευρώ το λίτρο.

Στα «ύψη», όμως, εκτινάχτηκε φέτος και η τιμή των καυσόξυλων στη Θεσσαλονίκη που «τσίμπησε» την τελευταία πενταετία ένα επιπλέον 20%. Ενδεικτικά, σύμφωνα με εμπόρους οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον χώρο των καυσόξυλων, το ξύλο οξιάς κοστίζει περί τα 60 ευρώ το κυβικό μέτρο, ενώ η δρυς στα 65 ευρώ το κυβικό μέτρο, τιμές οι οποίες είναι αυξημένες κατά 5%-10%, σε σχέση με πέρυσι.

 

 

Τα οφέλη από το φυσικό αέριο

Ποια είναι όμως τα οφέλη από τη χρήση του φυσικού αερίου; Το βασικότερο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη συμπληρώσει τις αιτήσεις είναι η οικονομία, καθώς σύμφωνα με την Εταιρία Διανομής Αερίου Θεσσαλονίκης – Θεσσαλίας ΑΕ το φυσικό αέριο είναι φθηνότερο κατά 40% σε σχέση με το πετρέλαιο θέρμανσης. Να σημειωθεί ότι έντονο είναι πλέον το ενδιαφέρον για σύνδεση με το δίκτυο φυσικού αερίου και δημοτικών κτιρίων, καθώς αυτό συμβάλλει στον περιορισμό των δαπανών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και στη μείωση των εκπεμπόμενων ρύπων προς το περιβάλλον.

Στα «συν» της συγκεκριμένης καύσιμης ύλης είναι η προστασία του περιβάλλοντος από αιθαλομίχλη -καθώς τα νοικοκυρά δεν χρειάζεται να καίνε ξύλα και άλλα υλικά- αλλά και η αυτονομία στη θέρμανση, το ζεστό νερό 24 ώρες το 24ωρο, η ασφάλεια στην εγκατάσταση και η πληρωμή των λογαριασμών μετά την κατανάλωση.

Ειδικότερα, ο κάθε ιδιοκτήτης διαμερίσματος / οικίας μπορεί να έχει τον δικό του λέβητα, τον οποίο επιλέγει πότε θα ενεργοποιήσει. Επιπλέον ο καταναλωτής πληρώνει μόνο για όσο αέριο καταναλώσει και δεν προκαταβάλει τα χρήματα, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του πετρελαίου θέρμανσης. Επίσης, τα τιμολόγια είναι πιο φθηνά τόσο σε σχέση με το πετρέλαιο όσο και σε σχέση με το ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, τη σημαντική εξοικονόμηση χρημάτων σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση. Πάροχοι φυσικού αερίου εκτιμούν πως η εξοικονόμηση σε σχέση με το πετρέλαιο μπορεί να ξεπεράσει το 40% στη θέρμανση και να φτάσει το 70% στο μαγείρεμα και το ζεστό νερό εφόσον οι καταναλωτές ακολουθήσουν συγκεκριμένες συμβουλές εξοικονόμησης!

Επίσης, εξοικονομείται χώρος στην κατοικία, αφού δεν απαιτείται η δέσμευση κάποιων τετραγωνικών για δεξαμενή πετρελαίου. Ακόμη, δεν απαιτείται συχνή συντήρηση των εγκαταστάσεων και δεν προκαλείται ρύπανση, ενώ παρατείνεται η διάρκεια ζωής των συσκευών και του εξοπλισμού. Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με το πετρέλαιο, που χρειάζεται παραγγελίες και παραλαβές ανά τακτά διαστήματα, η ροή του αερίου είναι συνεχής.

Όσον αφορά στα περιβαλλοντικά οφέλη, αυτά απορρέουν από το γεγονός ότι η καύση του καύση του φυσικού αερίου παράγει μικρότερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με το πετρέλαιο και δεν προκαλεί όξινη βροχή, καθώς δεν περιέχει καθόλου θείο.

Σημαντικά είναι τα οφέλη και για τη βιομηχανία, καθώς η χρήση του φυσικού αερίου αυξάνει την ενεργειακή απόδοση, μειώνει το λειτουργικό κόστος για τη διαχείριση καυσίμου, βελτιώνει την ποιότητα των προϊόντων και περιορίζει τη ρύπανση του περιβάλλοντος.

E.Κ.