ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ: «Τα παιδικά όνειρα είχαν αξία γιατί ακριβώς δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα»

Μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη με μια καρδιά ακορντεόν ανάμεσα στις δύο πόλεις, που σημάδεψαν τη ζωή του, είναι η μουσική πορεία του Γιώργου Δημητριάδη. Μια πορεία με σπουδαία ακούσματα, υπέροχες μουσικές, θαυμάσια τραγούδια.

Μια πορεία με σταθμούς την πλατεία Μαβίλη, την οδό Ιταλίας και, πρόσφατα, την οδό Βενιζέλου 45, με ένα live πρόγραμμα στο ΚΑΦΩΔΕΙΟ «Ελληνικό». Με αφορμή αυτή την εμφάνιση ο τραγουδοποιός Γιώργος Δημητριάδης μίλησε αποκλειστικά στη free press εφημερίδα του Ωραιοκάστρου «ΠΟΛΙΤΗΣ News» για τη μουσική, τη δύσκολη εποχή που διανύουμε αλλά και τη μαγική Θεσσαλονίκη των νεανικών του χρόνων. Απολαύστε τον.

Ας αρχίσουμε με κάτι που ενδιαφέρει το μουσικόφιλο κοινό. Ετοιμάζεις κάποια νέα μουσική παραγωγή; Πότε θα κυκλοφορήσει;

Τον Απρίλιο του 2018, δηλαδή πέρυσι πια, κυκλοφόρησε από το Ogdoo Music Group η νέα μου δουλειά με τίτλο «Η σκιά που με ακολουθεί» και ενάμιση χρόνο πιο πριν είχα κυκλοφορήσει το album «Τίποτα κακό δεν θυμάμαι» με το ίδιο label. Δύο albums μέσα σε ενάμιση χρόνο. Ένα φόρτε δημιουργικότητας που τώρα με έφερε σε μία φάση ανασύνταξης, αναδίπλωσης και περαιτέρω ενδοσκόπησης, να μετρήσω μέσα μου, να δω τι αξίζει να ειπωθεί, να γραφτεί για να αποτυπωθεί σε ένα νέο δίσκο.

-Πώς θα χαρακτήριζες τη μουσική σου; Θα την ενέτασσες σε κάποιο μουσικό είδος;  

Δεν θα το κάνω αυτό γιατί αν κι έχω μία εικόνα, μία περιγραφή για την μουσική μου, θα το αποφύγω γιατί τελικά λειτουργεί περιοριστικά στον κόσμο από τη μία κι από την άλλη οι ετικέτες έχουν πια καταναλωθεί τόσο πολύ που πλέον δεν σημαίνουν τίποτα.

-Σε ποιους απευθύνεσαι; Τι είδους άνθρωποι θεωρείς πως αποτελούν το κοινό σου;

Δεν αναζητώ φυλές ανθρώπων, κατηγορίες, κάστες ή ομάδες. Έχω μία εντύπωση πως αυτό που δημιουργώ εν δυνάμει μπορεί να αφορά τους πάντες κι αυτό επιθυμώ. Με την προϋπόθεση πως πρέπει να ακουστεί, να επικοινωνηθεί, να το μάθει ο κόσμος. Αν συμβεί αυτό τότε τα όποια συμπεράσματα μπορούν να είναι πιο ασφαλή.

-Από τι εμπνέεσαι όταν γράφεις μουσική; Πόσο δύσκολο είναι για έναν τραγουδοποιό να σκαρώνει καλή μουσική σε μια τόσο δύσκολη εποχή; Βλέπεις ακόμη ομορφιά γύρω σου;

Μία λέξη, μία κουβέντα, ένα σύννεφο, ένα βιβλίο, παλιές φωτογραφίες. Η ανάγκη έμπνευσης ελλοχεύει πάντα μέσα μας, τόσα πράγματα συμβαίνουν γύρω μας, μικρά ή μεγάλα. Η δυσκολία δεν έγκειται στη δύσκολη εποχή αλλά στη δυσκολία της επικοινωνίας κι ενημέρωσης του κόσμου, του κοινού που είναι εκτεθειμένο σε έναν διαρκή βομβαρδισμό σημαντικών ή μη πραγμάτων που ακόμα και τα αληθώς σημαντικά τα παρασέρνει ο χείμαρρος. Πλέον βαραίνουν πολλά περισσότερα έναν καλλιτέχνη πέρα από την δημιουργία ενός δίσκου. Εδώ είναι η δυσκολία.

-Πόση «αμφισβήτηση» των κακώς κειμένων θέλεις να περάσεις μέσα από τη μουσική σου; Τι σε θυμώνει  σήμερα;

Σαφώς αντιλαμβάνεστε πώς το θέμα δεν είναι «πόση» αλλά «ποια», τι είδους και από ποια σκοπιά και θεώρηση πραγματικότητας. Δεν γράφω μουσική με αυτοσκοπό να αμφισβητώ, αλλά μέσα από κάποια πρόσφατα τραγούδια μου μπορεί κάποιος ακροατής με καλό αυτί να καταλάβει τι έχω εγώ καταλάβει για κακώς κείμενα της μίζερής μας νεοελληναράδικης πραγματικότητος. Ο θυμός είναι στιγμιαίος και είναι φυσιολογικό σύμπτωμα, ανθρώπινο. Σε διάρκεια, όμως, σταματά την σκέψη.

-Τι σκέφτεσαι για τους σημερινούς νέους; Έχουν λόγο να ελπίζουν ότι κάτι θα πάει καλύτερα στην πατρίδα μας;

Μα αν δεν έχουν αυτοί, ποιοι θα έχουν; Οι γέροι; Βέβαια είναι στο χέρι τους, μεταφορικά και κυριολεκτικά, αν σκεφτούμε ότι ακόμα ζούμε σε μία δημοκρατία, η οποία ποτέ δεν είναι δεδομένη ιδιαίτερα στις μέρες μας.

-Πόσο λείπει σήμερα η ανεμελιά των 60s και 70s; Έχουμε χάσει όλα εκείνα που εξέφραζαν τότε μεγάλοι ερμηνευτές όπως οι Edoardo Vianello, Francoise Hardy, Ornella Vanoni ή μπάντες όπως οι Beach Boys αλλά και οι Olympians κ.α.;

Εκείνη η «ανεμελιά» ήταν μάλλον αναγκαία σε εποχές που είχες έναν τόπο με πολύ φρέσκα, νωπά τραύματα. Η απόσταση ήταν πάρα πολύ μικρή και είχες και μία νέα γενιά που αναζητούσε το δικό της πρόσωπο βασικά μέσα από τη μουσική, το ντύσιμο, το σινεμά, τα βιβλία, τη διασκέδαση, διαχωρίζοντας τον εαυτό της από την ταλαιπωρημένη γενιά και τρομαγμένη γενιά των γονιών της. Αυτό παρήλθε. Τα χάσματα τώρα υπάρχουν αλλά για άλλους λόγους.

Περνάς καμιά φορά από την «πλατεία Μαβίλη, τέσσερις παρά;». Τι μνήμες και τι στιγμές συμβολίζει για σένα αυτή η γειτονιά; 

Περαστικός πια με το αμάξι. Ποτέ δεν σταματώ εκεί. Εξακολουθεί να είναι μία όμορφη περιοχή με την οποία πια δεν έχω τίποτα κοινό εκτός από το εν λόγω άσμα. Στη ζωή πρέπει να προχωράμε και θέλω να πιστεύω πως έχω ξεκολλήσει από διάφορα για να πάω σε άλλα διάφορα πιο ενδιαφέροντα.

-Φαντάζομαι κάποτε έκανες όνειρα μέσα στα καραβάκια που σε πήγαιναν τα καλοκαίρια για κολύμπι στην Αγία Τριάδα και στην Περαία. Πόσα όνειρα από αυτά εκπληρώθηκαν; Έμειναν κάποια από αυτά στη Θεσσαλονίκη;

Τα παιδικά όνειρα είχαν αξία γιατί ακριβώς δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα, αλλά τώρα πια κρέμονται σαν παλιά περιοδικά στο περίπτερο των αναμνήσεων μου. Ναι, κάποια από αυτά ίσως να τα βρω στη σκάλα της Αγίας Τριάδας που πήγαινα για ψάρεμα εκείνα τα μαγικά καλοκαίρια στη δεκαετία του ’60.

-«Με κρατούσες απ’ το χέρι σε μίαν άλλη εποχή», τραγουδάς στην «Οδό Ιταλίας». Πόσο καθόρισε τη ζωή σου εκείνο το μητρικό κράτημα της κυρίας Αλίκης;

Το χέρι είναι της αδερφής μου σε εκείνη την φωτογραφία που με ενέπνευσε να γράψω το τραγούδι. Εκεί πίσω σε εκείνη την παραμυθένια αλάνα την καταχιονισμένη τον χειμώνα του 1963. Η μητέρα μου μας περίμενε στο σπίτι, φαντάζομαι με την έγνοια μην άρπαζα καμία πούντα έτσι ευαίσθητος που ήμουν με τα βρογχικά μου. Σε εκείνη την «αθώα» ηλικία πολλά σημάδεψαν την εξέλιξή μου, θετικά αλλά και αρνητικά μέσα στο σπίτι αλλά κι έξω από αυτό.

Έχω την εντύπωση πάντως πως ο αιώνιος τόπος μέσα μου είναι εκείνη η γειτονιά. Ο δικός μου εσωτερικός πλανήτης μέχρι να πεθάνω. Ελπίζω όταν απέλθω να πάω εκεί ξανά για πάντα.