Πρώτη Κυριακή των θερινών εκπτώσεων με ανοιχτά καταστήματα στη Θεσσαλονίκη όχι όμως και στην περιφέρεια

Πρώτη Κυριακή των θερινών εκπτώσεων σήμερα (14/7) και τα καταστήματα σε όλη τη χώρα μπορούν να ανοίξουν προαιρετικά.

Στη Θεσσαλονίκη η αγορά θα είναι ανοιχτή με προτεινόμενο -από τον τοπικό Εμπορικό Σύλλογο (ΕΣΘ)- ωράριο λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων από τις 11 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα.

Το ωράριο είναι πιο διευρυμένο για τα μέλη του ΣΕΛΠΕ, δηλαδή για τα πολυκαταστήματα και για τις περισσότερες μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων τα οποία είθισται να κλείνουν κατά τις «ανοιχτές Κυριακές» στις 8 το βράδυ.

Πάντως κάποιοι τοπικοί εμπορικοί σύλλογοι του νομού Θεσσαλονίκης και όχι μόνο έχουν αποφασίσει να προτείνουν στα μέλη τους να μην ανοίξουν τα καταστήματά τους. Μεταξύ αυτών και ο Εμπορικός Σύλλογος Ωραιοκάστρου (ΕΣΩ). «Σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου 4177/2013, οι θερινές εκπτώσεις έτους 2019 θα διαρκέσουν από τη Δευτέρα, 8 Ιουλίου έως και το Σάββατο, 31 Αυγούστου. Μετά από ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. του Εμπορικού Συλλόγου Ωραιοκάστρου, τα καταστήματα την Κυριακή 14 Ιουλίου 2019, θα παραμείνουν ΚΛΕΙΣΤΑ (προαιρετικά)», αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην ανακοίνωσή του ο ΕΣΩ.

Αλλά και ο Εμπορικός Σύλλογος Κομοτηνής «προτείνει τα καταστήματα να παραμείνουν κλειστά», «εύχεται να πετύχουν αυτές οι εκπτώσεις και προτρέπει τους καταναλωτές να εκμεταλλευτούν στο μέτρο του δυνατού τις ευκαιρίες που θα υπάρξουν την περίοδο αυτή στην τοπική αγορά».

Ανάλογες αποφάσεις έχουν πάρει και άλλοι τοπικοί σύλλογοι, ενώ ο ΕΣΘ και ο ΕΣΩ δίνουν οδηγίες προς τα μέλη τους σχετικά με τις εκπτώσεις για να αποφύγουν τα πρόστιμα.

Συγκεκριμένα σημειώνουν μεταξύ άλλων τα εξής:

«… Κατά τη διενέργεια των εκπτώσεων, εκτός από την αναγραφή της παλαιάς και της νέας μειωμένης τιμής των αγαθών και υπηρεσιών που πωλούνται με έκπτωση, επιτρέπεται και η αναγραφή και εμπορική επικοινωνία ποσοστού έκπτωσης. Εφόσον παρέχεται μειωμένη τιμή σε περισσότερα από το 60% του συνόλου των πωλούμενων ειδών, η επίδειξη του παρεχόμενου ποσοστού έκπτωσης επιβάλλεται, οπότε θα πρέπει να αναγράφεται στην προθήκη του καταστήματος και σε οποιαδήποτε άλλη εμπορική επικοινωνία, ενώ στην περίπτωση που υπάρχουν διαφορετικά ποσοστά έκπτωσης ανά κατηγορίες προϊόντων, θα πρέπει να αναγράφεται το εύρος του παρεχόμενου ποσοστού («από …. % έως …. %»). Σε κάθε άλλη περίπτωση θα αναγράφεται ότι οι εκπτώσεις αφορούν επιλεγμένα είδη με αναφορά στο αντίστοιχο ποσοστό.

Ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται και προβάλλεται η μειωμένη τιμή, πρέπει να ανταποκρίνεται στην αλήθεια και να είναι ακριβής. Οι καταστηματάρχες θα πρέπει, σε περίπτωση ελέγχου, να είναι σε θέση να αποδείξουν, ότι η παλαιά τιμή πώλησης που αναγράφεται στην πινακίδα, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Κατά την διενέργεια των τακτικών εκπτώσεων απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο της παρ. 1 άρθρου 3 της Υπουργικής Απόφασης 56885/10-11-2014 «κατά τη διενέργεια εκπτώσεων, εκτός από την αναγραφή της παλαιάς και της νέας μειωμένης τιμής των αγαθών και υπηρεσιών που πωλούνται με έκπτωση, επιτρέπεται και η αναγραφή και εμπορική επικοινωνία ποσοστού έκπτωσης».

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι η αναγραφή παλιάς και νέας τιμής είναι επιβεβλημένες, ενώ συμπληρωματικά δίνεται η δυνατότητα αναγραφής ποσοστού έκπτωσης. Έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν επιχειρηματίες μέλη, οι οποίοι καλοπροαίρετα και στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον σχετικό φόρτο εργασίας, δεν αναγράφουν στα υπό έκπτωση προϊόντα διπλές τιμές αλλά καταφεύγουν στην χρήση γενικευμένου ποσοστού μείωσης. Χρειάζεται να τονίσουμε ότι, η συγκεκριμένη πρακτική είναι παράνομη και επισύρει αυστηρές κυρώσεις.

Επιβάλλεται λοιπόν προσοχή από τους καταστηματάρχες, ώστε να αναγράφουν πρώτα απ’ όλα την παλιά και νέα τιμή των προϊόντων και κατόπιν γενικευμένο ποσοστό έκπτωσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 21 ν. 4177/2013, σε όσους παραβαίνουν τις διατάξεις περί εκπτώσεων επιβάλλεται πρόστιμο ποσού ίσου με το 0,5% του ετήσιου κύκλου εργασιών και πάντως όχι κατώτερο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Σε περίπτωση που επιβληθεί για δεύτερη φορά πρόστιμο για την ίδια παράβαση μέσα σε διάστημα πέντε (5) ετών, το πρόστιμο αυξάνεται στο 3% του ετήσιου κύκλου εργασιών της συγκεκριμένης επιχείρησης».